Στον Αμερικανό οικονομολόγο Richard Thaler το Νόμπελ Οικονομίας.Ο Αμερικανός οικονομολόγος Richard Thaler τιμήθηκε με το φετινό Βραβείο Νόμπελ Οικονομικών, για τη συμβολή του στον τομέα των συμπεριφορικών οικονομικών, όπως ανακοίνωσε σήμερα η Σουηδική Βασιλική Ακαδημία Επιστημών.
«Συνολικά, η συμβολή του Richard Thaler έχει οικοδομήσει μία γέφυρα μεταξύ των οικονομικών και των ψυχολογικών αναλύσεων της λήψης αποφάσεων του ατόμου», δήλωσε το σώμα σύμφωνα με το Reuters.
Το βραβείο είναι στα εννέα εκατ. σουηδικές κορώνες (1,1 εκατ. δολάρια).
«Τα εμπειρικά του ευρήματα και οι θεωρητικές του γνώσεις έχουν σταθεί καθοριστικά στη δημιουργία του νέου και ραγδαία διευρυνόμενου πεδίου των συμπεριφορικών οικονομικών, το οποίο έχει βαθύ αντίκτυπο σε πολλές περιοχές της οικονομικής έρευνας και πολιτικής», πρόσθεσε.
Δημιουργήθηκαν 17.100 θέσεις εργασίας τον Σεπτέμβριο.Συνεχίστηκε και τον Σεπτέμβριο η δημιουργία «καθαρών» θέσεων εργασίας. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ», τον προηγούμενο μήνα καταγράφηκε θετικό ισοζύγιο προσλήψεων – αποχωρήσεων κατά 17.128 θέσεις εργασίας.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία των ροών μισθωτής απασχόλησης, οι αναγγελίες πρόσληψης ανήλθαν σε 261.807, ενώ οι αποχωρήσεις σε 244.679.
Με βάση και αυτά τα δεδομένα, στη δημιουργία θέσεων εργασίας καταγράφεται η υψηλότερη επίδοση πρώτου εννεάμηνου έτους, από το 2001 μέχρι σήμερα. Την περίοδο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2017 οι αναγγελίες προσλήψεων ανήλθαν στο 1.849.872 και οι αποχωρήσεις έφτασαν το 1.584.001, εκ των οποίων οι 814.256 ήταν αποτέλεσμα καταγγελιών συμβάσεων αορίστου χρόνου ή λήξεων συμβάσεων ορισμένου χρόνου και οι 769.745, οικειοθελείς αποχωρήσεις.
Επομένως, το ισοζύγιο των ροών μισθωτής απασχόλησης του πρώτου εννεάμηνου του έτους 2017 είναι θετικό και διαμορφώνεται στις 265.871 νέες θέσεις εργασίας.
Ωστόσο η πλειοψηφία των θέσεων εξακολουθεί να είναι «μερικής» ή «εκ περιτροπής» εργασία. Μόνο το 46,5% των θέσεων που δημιουργήθηκαν αφορούν σε πλήρη απασχόληση.
Reuters: Σχέδιο για την εγγύηση των καταθέσεων φέρνει η Κομισιόν.
Η κίνηση της Κομισιόν φιλοδοξεί να ξεπεράσει ένα αδιέξοδο πολλών ετών και όπως σημειώνει το Reuters έρχεται την ώρα που ο βασικός πολέμιός του, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ετοιμάζεται να αποχωρήσει από τη θέση του Γερμανού υπουργού Οικονομικών.
Το σχέδιο επιχειρεί να μειώσει τους κινδύνους για τις τράπεζες μετά από μία δεκαετή οικονομική κρίση και ταυτόχρονα καλεί τις χώρες της ΕΕ σε κοινή ανάληψη των κινδύνων αυτών – κάτι στο οποίο ήταν αντίθετος ο απερχόμενος Γερμανός υπουργός Οικονομικών, ο οποίος φοβόταν ότι οι πιο εύρωστες γερμανικές τράπεζες θα στήριζαν τελικά τις πιο αδύναμες ανταγωνίστριές τους σε άλλα κράτη της ΕΕ
Μετά από δύο χρόνια άκαρπων συζητήσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα επιχειρήσει μία νέα προσπάθεια να ξεπεράσει το αδιέξοδο με νέες προτάσεις, οι οποίες αναμένεται να ανακοινωθούν την Τετάρτη.
Η καθιέρωση του ονομαζόμενου ευρωπαϊκού συστήματος εγγύησης καταθέσεων (European deposit insurance scheme, EDIS), που έχει στόχο την ασφάλιση των αποταμιευτών (μέχρι το ποσό των 100.000 ευρώ) σε περίπτωση χρεοκοπίας μίας τράπεζας, προβλέπεται να είναι πιο σταδιακή από ότι σχεδιαζόταν αρχικά, αναφέρει η Κομισιόν σε ένα σχέδιο εγγράφου που είναι σε γνώση του Reuters. Σε μία περαιτέρω κίνηση για να κερδίσει τη Γερμανία, ο νέος υπουργός Οικονομικών της οποίας μπορεί να είναι το ίδιο επιφυλακτικός όσο και ο Σόιμπλε για το σχέδιο, οι Βρυξέλλες απορρίπτουν τις αρχικές σκέψεις για πλήρη επιμερισμό της προστασίας των καταθετών.
Με τις νέες προτάσεις, το EDIS θα παρεμβαίνει αρχικά μόνο αφού τα εθνικά συστήματα ασφάλισης καταθέσεων έχουν χρησιμοποιήσει πλήρως τους πόρους τους για την προστασία των καταθετών. Επίσης, στην αρχική φάση, το EDIS θα παρέχει μόνο δάνεια στα εθνικά συστήματα ασφάλισης των καταθέσεων. Σε δεύτερη φάση, το EDIS, το οποίο θα χρηματοδοτείται από όλες τις τράπεζες της ΕΕ, θα καλύπτει ζημιές και θα αποπληρώνει τις καταθέσεις στους αποταμιευτές που έχουν πληγεί από μία κατάρρευση τράπεζας. Τα εθνικά συστήματα εγγύησης των καταθέσεων θα συνεχίζουν να δίνουν χρήματα, παράλληλα με το EDIS.
Μία τρίτη και τελική φάση, κατά την οποία το EDIS θα έχει αντικαταστήσει τα εθνικά συστήματα, αποσύρθηκε από την Κομισιόν, μετά από γερμανική πίεση που προκλήθηκε από φόβους ότι οι μικρότερες αποταμιευτικές τράπεζες στη Γερμανία θα έχαναν το δικό τους σύστημα προστασίας.
Σε μία άλλη κίνηση για την ενίσχυση της κοινής ανάληψης κινδύνων από τα κράτη της ΕΕ, η Επιτροπή επανέλαβε ότι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας θα ήταν η καλύτερη επιλογή ως δίχτυ ασφαλείας για το Ενιαίο Ταμείο Εκκαθάρισης στην Ευρώπη, το οποίο χρηματοδοτεί τις συντεταγμένες εκκαθαρίσεις τραπεζών. Οι Βρυξέλλες θέλουν να υπάρξει μία συμφωνία σε αυτό το επόμενο έτος.
Σε μία περαιτέρω προσφορά προς το Βερολίνο, η δεύτερη φάση του EDIS προβλέπεται να ξεκινήσει, μόνο αφού οι τράπεζες των πιο αδύναμων κρατών έχουν καθαρίσει κατάλληλα τους ισολογισμούς τους από τα «κόκκινα» δάνεια, τα οποία εξακολουθούν να επιβαρύνουν τα πιστωτικά ιδρύματα στην Ιταλία, την Ελλάδα και άλλες χώρες της ΕΕ, αν και σταδιακά μειώνονται. Η Κομισιόν αναφέρει ότι μπορεί να τεθεί ένα όριο για το ανώτατο επίπεδο μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs). «Οι τράπεζες που δεν καλύπτουν το όριο αυτό θα υποχρεούνται από τις εποπτικές Αρχές να ετοιμάσουν στρατηγικές για τα NPL με σαφώς καθορισμένους ποσοτικούς στόχους», αναφέρει το έγγραφο. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος των «κόκκινων» δανείων, η Επιτροπή θα προτείνει επίσης έως την ‘Ανοιξη νομοθετικά μέτρα για τη διευκόλυνση της ανάκτησης προβληματικών δανείων από τις τράπεζες, τα οποία θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν «την άδεια στις τράπεζες να συμφωνούν με τις επιχειρήσεις – οφειλέτες μία γρήγορη εξωδικαστική κατάσχεση ενέχυρων». Θα προτείνει, επίσης, την περαιτέρω ανάπτυξη μίας δευτερογενούς αγοράς για κόκκινα δάνεια, ώστε οι τράπεζες να μπορούν να πωλούν αυτά σε υψηλότερες τιμές.
‘Resurgent’ Greece catches BlackRock’s eye.Europe is complicated and is rarely free of problems, as investors in Spanish assets can currently attest.
But as the latest political crisis roils Madrid, BlackRock has issued upbeat analysis on a series of the continent’s nations — including the one that has grappled with some of its biggest problems: Greece.
The asset manager describes the country as “resurgent”, and argues that its successful return to financial markets after a review of its third bailout “will unlock significant investment demand”.
Chris Colunga, co-manager of BlackRock’s Emerging Europe PLC, also points out that Greek debt could “eventually” qualify for inclusion in the European Central Bank’s bond-buying stimulus policy, “providing the government with a lower cost of debt and reassuring investors”.
Along with a pick-up in economic growth, it means Greek banks could move away from doubts about their solvency, says Mr Colunga.
He identifies “room for substantial improvement” for Athens-listed financial stocks, which are looking cheap compared with their peers.
Greece is not short of company on BlackRock’s list. The world’s biggest asset manager is also upbeat on Russia, citing improving consumer sentiment and record low inflation, as well as the appeal of high-dividend yields.
Meanwhile, the return of inflation to central European economies means that the prospect of rising rates there presents an investment opportunity in Polish, Czech and Hungarian banks.
Επτά χρόνια προθεσμία για «κόκκινα» δάνεια από ΕΚΤ.Επτά χρόνια προθεσμία προτίθεται να δώσει στις ευρωπαικές τράπεζες η ΕΚΤ προκειμένου να αντιμετωπίσουν επιτυχώς το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων, μέσω ρυθμίσεων, πωλήσεων και εκποιήσεων.
Με αφορμή την υιοθέτηση από την 1η Ιανουαρίου του 2018 του διεθνούς προτύπου χρηματοοικονομικής αναφοράς 9 (IFRS 9), η ΕΚΤ προτίθεται να επιβάλει ένα νέο αυστηρότερο πλαίσιο σχηματισμού προβλέψεων για μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (Non Performing Exposures- NPEs).
Σύμφωνα με πληροφορίες, για όσα ενυπόθηκα δάνεια καθίστανται προβληματικά, μετά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9, θα πρέπει οι τράπεζες να σχηματίζουν προβλέψεις, που σε βάθος επταετίας, θα φθάσουν να αντιστοιχούν στο 100% της αξίας της ονομαστικής απαίτησης. Για όσα δεν διαθέτουν εξασφαλίσεις οι προβλέψεις θα πρέπει να ανέλθουν στο 100% της ονομαστικής αξίας του δανείου εντός διετίας ( σ.σ τέλος του 2019).
Το θέμα αποκαλύφθηκε μετά από διαρροή προσχεδίου της ΕΚΤ, με ημερομηνία την 1η Σεπτεμβρίου 2017, σε ιταλικά μέσα, ενώ υπήρξε αναπαραγωγή από διεθνή πρακτορεία.
Την σχετική πρόθεση της ΕΚΤ επιβεβαιώνουν και εγχώριες τραπεζικές πηγές, οι οποίες, όμως, διευκρινίζουν ότι η πρόθεση της ΕΚΤ σχετίζεται με την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9 και αφορά ως εκ τούτου σε προβλέψεις για αναμενόμενες ζημιές πιστωτικού κινδύνου.
Το ΔΠΧΑ 9 προβλέπει ότι για δάνεια (ενήμερα ή μη εξυπηρετούμενα), στα οποία διαπιστώνεται σημαντική αύξηση πιστωτικού κινδύνου, σε σχέση με την αρχική αναγνώριση, θα σχηματίζονται προβλέψεις για την εναπομένουσα διάρκεια τους (lifetime expected losses).
Με την απόφαση της ΕΚΤ, που αναμένεται να ανακοινωθεί μέσα στις επόμενες ημέρες, επιβάλλεται για τα ενυπόθηκα δάνεια, στα οποία διαπιστώνεται σημαντική αύξηση πιστωτικού κινδύνου να διενεργείται σε βάθος επταετίας πρόβλεψη που να αντιστοιχεί στο 100% της αξίας τους.
Η χορήγηση επταετούς προθεσμίας αποτελεί ένα μέσο πίεσης από πλευράς ΕΚΤ, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη. Στόχος της κεντρικής τράπεζας είναι να επιταχυνθεί η διαδικασία ενεργητικής διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων.
«Αν μια τράπεζα δεν αντιμετωπίσει μέσω ρύθμισης ή πώλησης το προβληματικό στοιχείο ενεργητικού θα «τιμωρείται» με απώλεια κερδών καθώς θα πρέπει σε βάθος επταετίας να ανεβάσει την πρόβλεψή της για το εν λόγω δάνειο στο 100% της αξίας του» σημειώνουν χαρακτηριστικά.
Για την πρόθεση της ΕΚΤ είναι ενήμερες οι διοικήσεις των εγχώριων τραπεζών από την τελευταία συνάντηση που είχαν στην Φρανκφούρτη με την ΕΚΤ και τον SSM.
Πράετ: Η ΕΚΤ μπορεί να συνεχίσει για μεγαλύτερο διάστημα το QE με χαμηλότερες αγορές ομολόγων.
Οι σχετικά ήρεμες συνθήκες της αγοράς μπορεί να ενθαρρύνουν την ΕΚΤ να παρατείνει το πρόγραμμά της αγορών ομολόγων για μία σχετικά μεγαλύτερη χρονική περίοδο, αλλά με μειωμένο ύψος αγορών, δήλωσε ο επικεφαλής οικονομολόγος της κεντρικής τράπεζας, Πέτερ Πράετ.
Ο Πράετ, που είναι μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, μίλησε σε συνέδριο στο Λονδίνο, λίγες εβδομάδες πριν η κεντρική τράπεζα συζητήσει για το μέλλον των αγορών ομολόγων.
«Σε πιο φυσιολογικές συνθήκες αγοράς… οι επενδυτές μπορεί να γίνουν πιο υπομονετικοί, ή , με άλλα λόγια να είναι σε καλύτερη θέση για να αξιολογήσουν τη στήριξη που μπορεί να αναμένεται από ένα σχέδιο αγορών, το οποίο υλοποιείται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα», είπε ο Πράετ.
Γιατί η Μέρκελ απομάκρυνε τον Σόιμπλε από το υπουργείο Οικονομικών.Μετά από οκτώ χρόνια, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε φαίνεται να εγκαταλείπει τελικά το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών για να αναλάβει Πρόεδρος της γερμανικής Βουλής (Bundestag).
Ο ίδιος φέρεται να αποδέχθηκε την πρόταση, έχοντας δεχθεί όμως προηγουμένως, σύμφωνα με πληροφορίες, και ισχυρές πιέσεις. Και αυτό για δυο, κυρίως, λόγους: αφενός γιατί διαθέτει το κύρος και την εμπειρία που απαιτείται -όντας 45 χρόνια βουλευτής- για να αντιμετωπίσει στη Βουλή τους εθνολαϊκιστές του AfD.
Αφετέρου, όπως εκτιμούν αναλυτές, με την απομάκρυνση του Σόιμπλε από το υπουργείο Οικονομικών ανοίγει ουσιαστικά ο δρόμος για τη συγκρότηση του λεγόμενου συνασπισμού της Τζαμάικα, αφού οι Φιλελεύθεροι έχουν αξιώσει ήδη πριν τις εκλογές το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο.
Το γεγονός ότι η Α. Μέρκελ ανοίγει τόσο γρήγορα τα χαρτιά της και αδειάζει το πόστο του υπουργού Οικονομικών μπορεί να θεωρηθεί χωρίς αμφιβολία κίνηση καλής θελήσεως έναντι των δυνητικών κυβερνητικών της εταίρων, αλλά μπορεί να αξιολογηθεί και ως ένα ιδιαίτερα βεβιασμένο βήμα.
Πόσο μάλλον που οι επίσημες διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης δεν έχουν ξεκινήσει καν ακόμη και δεν αναμένεται να αρχίσουν πριν τις τοπικές εκλογές στο κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας στα μέσα Οκτωβρίου.
Έκπληξη προκαλεί επίσης το γεγονός ότι απομακρύνεται ένας από τους δημοφιλέστερος υπουργούς της, ο Β. Σόιμπλε, τη στιγμή που ξεκινούν οι κρίσιμες διαπραγματεύσεις για τη μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης, όταν ο ίδιος έχει συνδιαμορφώσει όλα τα προηγούμενα χρόνια την ατζέντα των σχετικών συζητήσεων.
Ευσεβείς πόθοι και εικασίες
Σε αυτά τα συμφραζόμενα η αιφνιδιαστική αυτή εξέλιξη αφήνει ορισμένα περιθώρια για εικασίες. H μετακίνηση του Β. Σόιμπλε ανοίγει μεν δρόμους διευκολύνοντας το σχηματισμό κυβέρνησης, όχι όμως με μοναδική κατεύθυνση τη «Τζαμάικα».
Την επομένη των εκλογών η Α. Μέρκελ δήλωνε ότι θα έχει διερευνητικές επαφές για το σχηματισμό κυβέρνησης όχι μόνον με τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους αλλά και με τους Σοσιαλδημοκράτες, αφού είναι γνωστό ότι η συγκυβέρνηση με το SPD είναι το σχήμα που προκρίνει η ίδια προσωπικά.
Είναι γεγονός και παρότι οι τελευταίοι απέκλεισαν το ενδεχόμενο νέας συνεργασίας ότι μετά τη διαφαινόμενη μετακίνηση του Β. Σόιμπλε τα δεδομένα αλλάζουν ριζικά. Σε περίπτωση λοιπόν που δεν καρποφορήσουν οι διαπραγματεύσεις για μια τετρακομματική κυβέρνηση (CDU/CSU-FDP-Grüne) και απουσία άλλων εναλλακτικών, το δέλεαρ για τους Σοσιαλδημοκράτες προκειμένου να μεταπειστούν και να συνεχίσουν τον μεγάλο συνασπισμό με τα χριστιανικά κόμματα θα ήταν πλέον εξαιρετικά μεγάλο: η ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών. Με αυτό ασκείς πολιτική, λένε συχνά ηγετικά στελέχη του SPD.
Αφετέρου στην περίπτωση αυτή ο ρόλος του Β. Σόιμπλε ως νέου προέδρου της Βουλής θα ήταν ακόμη πιο σημαντικός: αποστολή του θα ήταν μεν να αντιμετωπίσει και πάλι τις προκλήσεις του AfD, αυτή τη φορά όμως όχι απλά ως ένα κόμμα της αντιπολίτευσης, αλλά ως το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Διότι στην περίπτωση συγκυβέρνησης των δυο μεγάλων κομμάτων, τη θέση της μείζονος αντιπολίτευσης θα αναλάμβανε φυσικά το τρίτο κόμμα που είναι το AfD.
Ποιος θα διαδεχθεί τον Σόιμπλε;
Για την περίπτωση πάντως που ευδοκιμήσει τελικώς το σενάριο «Τζαμάικα» υπάρχουν πολλοί «μνηστήρες» για το υπουργείο Οικονομικών. Καταρχήν από το ίδιο το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα, με επικρατέστερο ίσως τον νυν υφυπουργό Οικονομικών, έμπιστο του Β. Σόιμπλε και ανερχόμενο αστέρα των συντηρητικών, Γενς Σπαν.
Στους δε Φιλελεύθερους προβάλλονται δυο, κυρίως, ονόματα: του αρχηγού Κρίστιαν Λίντνερ και του αντιπροέδρου του κόμματος Βόλφγκανγκ Κουμπίκι, παρότι αμφότεροι δεν έχουν σχετική εμπειρία.
Η ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών από τους Φιλελεύθερους πάντως δεν συνεπάγεται αυτομάτως αρνητικές εξελίξεις για την Ελλάδα. Καταρχήν είναι γεγονός ότι ένας μικρότερος κυβερνητικός εταίρος όπως το FDP δεν είναι σε θέση να επιβάλει την ατζέντα του και κυρίως σε βάρος της πολιτικής που έχει χαραχθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια. Βέβαιο είναι ότι οι Φιλελεύθεροι είναι εκφραστές της σκληρής γραμμής έναντι της Ελλάδας, αφού εμφανίζονται αρνητικοί σε ενδεχόμενο νέο πακέτο βοήθειας.
Επίσης ενίοτε επαναφέρουν θέμα Grexit, εντούτοις σχεδόν πάντα σε συνάρτηση με ένα ενδεχόμενο κούρεμα του χρέους το οποίο απορρίπτουν κατηγορηματικά τόσο οι ίδιοι όσο και SPD και CDU/CSU. Οι Φιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι σε περίπτωση που οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες στην Ελλάδα δεν αποδώσουν μακροπρόθεσμα τα προσδοκώμενα και εντέλει κριθεί αναγκαίο ένα κούρεμα του χρέους, τότε αυτό θα πρέπει να γίνει με την Ελλάδα εκτός Ευρωζώνης αλλά εντός ΕΕ.
Πάντως, ως σημαντικό αντίβαρο θα λειτουργούσαν σε αυτή την περίπτωση οι Πράσινοι. Οι Grüne τάσσονται κατηγορηματικά κατά του Grexit, υπέρ επενδύσεων και της ανάπτυξης αλλά και υπέρ του τέλος της λιτότητας σε όλη την Ευρώπη, στην οποία οι ίδιοι αποδίδουν τη ραγδαία άνοδο του λαϊκισμού εν γένει.
Noυί (SSM): Βλέπει συγχωνεύσεις ευρωπαϊκών τραπεζών.O τραπεζικός τομέας στην Ευρώπη έχει γίνει πολύ μεγάλος και ίσως χρειάζεται να συρρικνωθεί, πιθανότατα μέσω συγχωνεύσεων ή χρεοκοπιών, δήλωσε την Τετάρτη η επικεφαλής του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM), Ντανιέλ Νουί.
«Φαίνεται ότι ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας μπορεί να έχει γίνει υπερβολικά μεγάλος» σημείωσε η κα. Νουί. «Και μπορούμε να δούμε ότι ένα από τα προβλήματα σχετίζεται με αυτό. Πολλές τράπεζες στην ευρωζώνη δεν κερδίζουν το κόστος του κεφαλαίου» πρόσθεσε.
«Φαίνεται πως υπάρχουν πολλές τράπεζες που ανταγωνίζονται για πελάτες. Υπάρχει αρκετά μεγάλη πιθανότητα να συρρικνωθεί ο τραπεζικός τομέας» σημείωσε η ίδια σύμφωνα με το Reuters.
Imaginative reform is vital for the eurozone to thrive.The eurozone has survived the twin shocks of the global financial crisis of 2007-09 and its own crisis of 2010-12. It is enjoying a good recovery. That is no justification for complacency, however: the eurozone’s real output per head has suffered a lost decade. The recovery is, rather, an opportunity for reforms, at both national and eurozone level. The question is which reforms to choose.
This year, real gross domestic product per head in the eurozone will finally surpass its 2007 level. Since 2013, eurozone output per head has been rising at much the same rate as in the US. The main explanation for this turnround, beyond the normal cyclical forces, has been the determination of the European Central Bank, under Mario Draghi, to do its job properly. (See charts.)
A decisive moment was Mr Draghi’s remark, in July 2012, a moment of crisis in sovereign debt markets, that: “Within our mandate, the ECB is ready to do whatever it takes to preserve the euro. And believe me, it will be enough.” He was right. The announcement of the ECB’s “Outright Monetary Transactions” programme in August 2012 turned his promise into a policy. That shifted market opinion and lowered elevated yields on Italian and Spanish sovereign bonds. The ECB slashed interest rates and, in 2015, also launched its asset purchase programme.
Other steps have included the creation of the European Financial Stability Facility and its permanent successor, the European Stability Mechanism; programmes of support for crisis-hit countries, four of which — those for Cyprus, Ireland, Portugal and Spain — have now concluded successfully; the determination of crisis-hit countries to do what was required to stay in the eurozone; the creation of the Single Supervisory Mechanism for banks; and steps towards a banking and capital markets union. Whatever the mistakes made in creating and running the eurozone, members have shown themselves far more determined to keep it afloat than outsiders, notably in the UK and US, expected.
Yet challenges remain. In its most recent analysis of the eurozone, the International Monetary Fund notesthat: “The crisis of the years 2007-08 marked the end of the convergence trend and the start of a divergence trend, which is only slowly being corrected.” True, some crisis-hit countries have shown dramatic recoveries, in particular Ireland. The real GDP per head of Portugal and Spain is also back where it was in 2007. Yet Germany’s has risen 20 per cent relative to that of Italy over the past decade. Greek real GDP per head is still more than 20 per cent lower than it was in 2007. Joblessness also remains elevated in Greece, Spain and, to a lesser degree, Italy.
Public and private indebtedness also remains high in many countries. It is helpful therefore that the growth of nominal GDP is now above the yield on government bonds, even in Italy. Partly because of the debt overhangs, but also because the patience of the public has frayed and the room for policy manoeuvre is limited, another shock could be a disaster. This recovery must endure.
So the ECB must not tighten prematurely. After all, core consumer price inflation has been below 2 per cent since 2008. Fiscal policy should also be used wherever there is room, notably in Germany. The weaker economies must also push ahead vigorously with pro-growth and pro-employment reforms.
What, then, of the eurozone reforms? I doubt the wisdom and feasibility of Emmanuel Macron’s proposals, particularly his ideas for substantially enhanced fiscal integration. The results of the German election must also make big moves towards this far harder. The banking union does need a fiscal back-up for deposit insurance. But that may be as far as fiscal integration can go.
Adam Lerrick of the American Enterprise Institute has suggested a scheme for mitigating the impact of asymmetric fiscal shocks, without ECB support and without ongoing fiscal transfers. In a crisis, yields on government bonds of vulnerable countries rise relative to the stronger ones. According to Mr Lerrick, at the peak of the eurozone crisis, in 2012, the unexpected increase in relative interest rates cost Spain and Italy more than €5bn per annum combined. Over a seven-year average maturity, the impact reached more than €35bn.
If a part of the gains of the strong were transferred temporarily to the weak, this impact would be mitigated. Under Mr Lerrick’s proposal: “Members that receive an unexpected decrease in relative financing costs will contribute 50 per cent of their gain into a Eurozone Financing Cost Stabilisation Account.” These funds would go to members that have an unexpected increase in relative financing costs, to cover 50 per cent of their loss. Transfers would halt once relative yields stabilised and would be paid back as they reversed. Countries would only be eligible if they stuck to the fiscal rules.
This plan would not require a new treaty, would not generate ongoing transfers and would not socialise credit risks. But it would be a gesture of solidarity. It would also reduce the need for the ECB’s outright monetary transactions. Politically, therefore, this idea might be attractive to Germans, while strengthening the solidarity that others desire. This is the sort of imaginative idea that the eurozone should be looking at. The eurozone will never be a normal fiscal federation. It is necessary to invent alternatives.
It is vital that the eurozone does not merely survive, as it has, but thrives, economically and so politically. So the period of recovery is an opportunity for members to push ahead with reforms, both individually and collectively. If they fail, still worse crises might arrive.
Λίντνερ: «Ναι» στο πακέτο για την Ελλάδα μόνο αν μείνει το ΔΝΤ.Στροφή φαίνεται να κάνει ο Κρίστιαν Λίντνερ στο θέμα της Ελλάδας, την επομένη των γερμανικών εκλογών, καθώς το FDP ετοιμάζεται να ξεκινήσει τις δύσκολες διαπραγματεύσεις με την Ανγκελα Μέρκελ για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού. Ο Λίντνερ είπε σε συνέντευξη Τύπου, σε κάτι που έμοιαζε με… χρησμό ότι η Γερμανία πρέπει να αλλάξει πορεία στο ελληνικό ζήτημα.
Υπό τον όρο να συμμετάσχει το ΔΝΤ και με αυτό να καθίσταται σαφές ότι υπάρχει βιωσιμότητα του χρέους, οι Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP) μπορούν να δώσουν τη συγκατάθεσή τους για πρόγραμμα βοήθειας προς την Ελλάδα, είπε ο επικεφαλής του FDP, που μέχρι πρότινος υποστήριζε το Grexit με κούρεμα χρέους.
«Η θέση για την Ελλάδα ήταν ότι το FDP θα πει “ναι” σε πακέτα διάσωσης εφόσον συμμετέχει το ΔΝΤ και με αυτό να καθίσταται σαφές ότι υπάρχει βιωσιμότητα χρέους» ανέφερε ο κ. Λίντνερ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου και επισήμανε ότι αυτή ήταν και η γραμμή της γερμανικής κυβέρνησης μέχρι το καλοκαίρι του 2015.
«Η δική μας σύσταση είναι να επιστρέψουμε, στη Γερμανία, στην παλιά πολιτική, η οποία ήταν προσανατολισμένη στη σταθερότητα» πρόσθεσε και κατέληξε λέγοντας ότι αυτό συνιστά «αναπροσανατολισμό» της πολιτικής. «Πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα για μέλη της ΕΕ να εξέρχονται από την ευρωζώνη χωρίς να εγκαταλείπουν» είπε ο επικεφαλής του FDP.
Ωστόσο, πρόσθεσε αναφερόμενος στους κανόνες της ΕΕ και της ευρωζώνης, ότι θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να εξέλθει ένα κράτος από την ευρωζώνη, χωρίς να φύγει από την ΕΕ. Τόνισε δε ότι χρειάζονται ευρωπαϊκοί κανόνες για το ενδεχόμενο χρεοκοπίας ενός κράτους της ευρωζώνης. Είπε ακόμη ότι η πολιτική της τόνωσης της ευρωζώνης με χρήματα της ΕΚΤ έχει αποτύχει.
Tην ίδια ώρα ο αντιπρόεδρος του κόμματος Βόλφγκανγκ Κουμπίτσι δήλωσε ότι οι Φιλελεύθεροι δεν θα συμμετάσχουν σε έναν συνασπισμό τύπου «Τζαμάικα» με όποιο κόστος.