Οι πρώτοι 100 της λίστας “Μπόργιανς”καλούνται να περάσουν τις επόμενες ημέρες το κατώφλι των Οικονομικών Εισαγγελέων και βρίσκονται στο στόχαστρο της Εφορίας και καλούνται σε εξηγήσεις με την ιδιότητα του υπόπτου για φοροδιαφυγή και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα.
Οι Εισαγγελείς που αξιολογούν τα στοιχεία της λίστας καταθετών στην ελβετική τράπεζα, καλούν σε εξηγήσεις τους πρώτους εκατό φορολογούμενους που εμφανίζουν αποκλίσεις εκατομμυρίων στα δηλωθέντα εισοδήματα με τα ποσά που εμπιστεύτηκαν στην UBS.
Τα αποτελέσματα των ελέγχων εισοδημάτων που δηλώθηκαν την δωδεκαετία 2000-2012 από πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην λίστα που παρέδωσαν οι αρχές του κρατιδίου Β.Ρηνανίας-Βεστφαλίας, είναι σε ορισμένες περιπτώσεις κραυγαλέα : “Ο φορολογούμενος μεσαίας, μέτριας ή και χαμηλής οικονομικής δύναμης στην Ελλάδα είναι ένας μεγαλοκαταθέτης, “καλός ή εξαίρετος” πελάτης ελβετικών τραπεζών στο εξωτερικό”, αναφέρουν χαρακτηριστικά όσοι αξιολογούν τα στοιχεία της λίστας.
Στους πρώτους που καλούνται σε ανωμοτί κατάθεση περιλαμβάνονται γιατροί, δικηγόροι, πολιτικοί μηχανικοί και συνταξιούχοι του Δημοσίου, αλλά και μία τουλάχιστον περίπτωση φορολογούμενου που δηλώνει πλέον “ανεπάγγελτος”, και εμφανίζει στην λίστα καταθέσεις 7 εκατομμυρίων ευρώ.
Μεταξύ των προσώπων που καλούνται σε εξηγήσεις από τους Εισαγγελείς είναι δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος την περίοδο 2000-2012 , δήλωσε συνολικά 813 χιλιάδες ευρώ, που στην λίστα Μπόργιανς καταγράφηκε με κατάθεση 2,7 εκατομμύρια ευρώ.
Επίσης καλείται συνταξιούχος που την επίμαχη δωδεκαετία δήλωσε συνολικά 477 χιλιάδες ευρώ, αλλά στην UBS είχε 1,9 εκατομμύρια ευρώ.
Άλλη περίπτωση που έχει κληθεί από τους Οικονομικούς Εισαγγελείς σε εξηγήσεις αφορά Πολιτικό Μηχανικό με δηλωθέντα εισοδήματα ,την δωδεκαετία, 2,5 εκατομμύρια ευρώ που εμφανίζει καταθέσεις 6,5 εκατομμύρια ευρώ. Αντίστοιχα γιατρός στην Ελλάδα δήλωσε συνολικά εισοδήματα 1,15 εκατομμύρια ευρώ, αλλά δεν φαίνεται να δήλωσε καταθέσεις στο εξωτερικό 5,3 εκατομμύρια ευρώ.
Διαβάστε περισσότερα : link
Η στάση που υιοθετεί ο κεντρικός τραπεζίτης της Ευρωζώνης σε συνδυασμό με τη σύγκρουση Γαλλίας και Ιταλίας με την Κομισιόν για τον προϋπολογισμό και την εν εξελίξει διαπραγμάτευση της Ελλάδας για το δημοσιονομικό, σηματοδοτεί τη δημιουργία ενός νέου άξονα στα πλαίσια της Ευρωζώνης.
Η σύγκρουση ΕΚΤ-Bundesbank άρχισε να αποκτά γενικευμένης σύρραξης κατά την τελευταία συνεδρίαση της διοικούσας επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όταν αποφασίστηκε να περιληφθεί στο τελικό κείμενο της απόφασης η καθοδηγητική φράση:
«Τα επιτόκια θα παραμείνουν στα τρέχοντα ή και χαμηλότερα επίπεδα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα».
Σήμερα ο Μάριο Ντράγκι μιλώντας στην Bundesbank έθεσε ζήτημα πολιτικής αντίδρασης στο προσφυγικό, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων ότι:
Λάθος πολιτική αντίδραση
– δημιουργεί πιέσεις αποδόμησης της συνθήκης Σένγκεν
– δημιουργεί αβεβαιότητα για την ολοκλήρωση αναγκαίων μεταρρυθμίσεων
Παράλληλα ο Μάριο Ντράγκι σημείωσε με νόημα στη Bundesbank ότι:
«Υπάρχουν δυνάμεις στην παγκόσμια οικονομία σήμερα που συνωμοτούν για τη διατήρηση του πληθωρισμού σε πολύ χαμηλά επίπεδα»,
επισημαίνοντας ότι η επίδραση αυτών των δυνάμεων μπορεί να καθυστερήσει την επίτευξη του στόχου της ΕΚΤ για πληθωρισμό στο 2%., υποστηρίζοντας όμως ότι δεν υπάρχει βάση ώστε να επιμείνουν στην πολιτική μακροπροθέσμως χαμηλού πληθωρισμού.
Η χρονική συγκυρία την οποία επιλέγει ο Μάριο Ντράγκι για να ανεβάσει τους τόνους συμπίπτει με τη κόντρα Ιταλίας-Κομισιόν για χαλάρωση των όρων επί του προϋπολογισμού, ζήτημα επί του οποίου υπάρχουν τριβές και μεταξύ Γαλλίας και Κομισιόν.
Πολιτικά το σκηνικό που διαμορφώνεται φαίνεται να ευνοεί την οικοδόμηση ενός μετώπου στα πλαίσια της Ευρωζώνης με καθαρή στόχευση κατά της λιτότητας στο οποίο ηγούνται Γαλλία και Ιταλία και ακολουθούν Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα.
Όπως φαίνεται με το μπλοκ των δυνάμεων αυτών συντάσσεται και ο Μάριο Ντράγκι, δημιουργώντας πολύπλευρη και πολυεπίπεδη πίεση τόσο προς το διευθυντήριο των Βρυξελλών όσο και προς το Βερολίνο.
Το αποτέλεσμα αυτού του ιδότυπου μπρα-ντε-φερ είναι αυτό που θα κρίνει καταλυτικά το βαθμό δημοσιονομικής ευελιξίας που θα έχει κα η Ελλάδα, προσδιορίζοντας το μέλλον της συμφωνίας